
Σάββατο πρωί στο κέντρο της πόλης. άδεια βλέμματα και σακούλες γεμάτες "οικονομική κρίση",ακούω τις αδιάφορες συζητήσεις στα διπλάνα τραπέζια και έπειτα τις βούλιαζω όλες στο αφρόγαλο του καφέ μου απολαμβάνοντας τον ύπνο ενός σκύλου στα πέντε τετραγωνικά πράσινου κάπου στην π.μέλα..
Αποκοιμίζω το μεσημέρι σκεπάζοντας το με ένα σομπρέρο,του ταίριαζε μέσα σε εκείνη τη ζέστη..

παρεάκια και συζητήσεις για ταξίδια, αδιέξοδα, πολιτική, έρωτες, με ένα αναδευτήρι σε σχήμα σπίρτου τα βυθίζω σε μια mcfarland ώρα πέντε το πρωί και μοιάζει δέκα το βράδυ..λίγο αργότερα ανηφορίζω παρέα μ΄έναν υπνοβάτη που έχασε το δρόμο του και απλά τον ακολουθώ..

Σ΄ένα μακρόστενο ξύλινο τραπέζι πίνουμε λευκό κρασί. μια μικρή σφραγίδα στο όμορφο διήμερο στην πόλη. σε λίγο η παρέα μεγαλώνει, μας σερβίρουν "νερό που καίει" και αρχίζουν ιστορίες για φαντάσματα και αερικά κάπου σ'ενα νησί του αιγαίου,πάλι όνειρα στη μέση του τραπεζιού, οράματα με αιώρες και μοχίτο, όλοι πάνω σ΄ένα ιστιοπλοικό στη μέση του πουθενά για να μην μας βρεί κανείς..
Ανηφορίζω στη "οδό ονείρων".. είχα καιρό να περπατήσω εκεί. δεν τη λέω συχνά αυτή την ιστορία. ούτε τώρα θα σου την πώ. απλά θα σε βάλω σε διαδικασία να σκεφτείς..πως θα επιβίωνε μια μούσα όντας φοιτήτρια στο λονδίνο; φαντάσου πόσες ιστορίες θα έγραφε..τόσα όνειρα σ'ένα μόνο δρόμο..
ήταν το πρώτο σαββατοκύριακο του καλοκαιριού.
δεν θα το ξεχάσω σίγουρα.